Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

ΒΙΒΛΙΟ

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ 

Το μυθιστόρημα μεταφέρει τον αναγνώστη σε ένα ιταλικό μοναστήρι των Βενεδικτίνων και, γύρω από την αναζήτηση ενός χειρογράφου του Αριστοτέλη, αναπτύσσεται η πλοκή του, με φόνους, άνομες σχέσεις μεταξύ μοναχών και το κυνήγι των αιρετικών εν έτει 1327. Το όλο έργο παρουσιάζεται ως καταγραφή των αναμνήσεων ενός γηραιού βενεδικτίνου μοναχού, του αδελφού Άντσο (Adso) της Μελκ, ο οποίος έζησε τα περιγραφόμενα γεγονότα ως νεαρός δόκιμος μοναχός. Κεντρικό πρόσωπο στο έργο είναι ο αδελφός Γουλιέλμος της Μπάσκερβιλ, ο οποίος είναι φανταστικό πρόσωπο, υποκαθιστώντας, σύμφωνα με τον συγγραφέα, τον Γουλιέλμο Όκαμ. Στο έργο εμπλέκονται τόσο φανταστικά όσο και ιστορικά πρόσωπα, όπως ο ιεροεξεταστής Μπερνάρντο Γκι και ο μοναχός Ουμπερτίνο της Καζάλε. Μέσα από αυτό το έργο ο Έκο βρίσκει την ευκαιρία να κάνει μια εκτενή παρουσίαση της Σχολαστικής Μεθόδου, η οποία κυριαρχούσε στη μεσαιωνική σκέψη. Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι στο έργο αυτό του Έκο γίνεται εκτενής αναφορά σε πρόσωπα όπως ο Φραγκίσκος της Ασίζης, ο Ρογήρος Βάκων (Roger Bacon) και ο Άγιος Θωμάς Ακινάτης, άνθρωποι που υπήρξαν όλοι στο παρελθόν μελετητές και υποστηρικτές του Σχολαστικισμού. Ταυτόχρονα, όμως, αυτά τα πρόσωπα υπήρξαν και άτομα με τα οποία ο Έκο ασχολήθηκε και σε ακαδημαϊκό επίπεδο με τα έργα και τις ιδέες τους - ιδιαίτερα στην περίπτωση του Θωμά Ακινάτη - συνδυάζοντας έτσι με αριστουργηματικό τρόπο την επιστημονική με τη λογοτεχνική εργασία του.

Δύσκολο στον ορισμό του (γοτθική νουβέλα, μεσαιωνικό χρονικό, αστυνομικό μυθιστόρημα, ιδεολογικό αφήγημα, αλληγορία... ) αυτό το μυθιστόρημα (που η υπόθεσή του εμπλέκεται με την Ιστορία, γιατί ο συγγραφέας - ψευδόμενος πιθανόν - διαβεβαιώνει πως ούτε μια λέξη δεν είναι δική του), μπορεί ίσως να διαβαστεί από τρεις κατηγορίες αναγνωστών. Η πρώτη κατηγορία θα συναρπαστεί από τις συνωμοσίες και τις απρόβλεπτες εξελίξεις και θα αποδεχθεί ακόμη και τις μεγάλες λόγιες συζητήσεις και τους φιλοσοφικούς διαλόγους, καθώς θα προαισθάνεται ότι ακριβώς σ' εκείνες τις αόριστες σελίδες φωλιάζουν τα αποκαλυπτικά σημεία, ίχνη και αποτυπώματα. Η δεύτερη θα παθιαστεί με τη διαμάχη των ιδεών και θα αποτολμήσει συσχετισμούς (τους οποίους ο συγγραφέας αρνείται να επικυρώσει) με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Η τρίτη κατηγορία αναγνωστών θα εννοήσει ότι το κείμενο αυτό είναι μια συρραφή άλλων κειμένων, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με αναφορές, ένα βιβλίο φτιαγμένο από βιβλίο.

Πηγή: Wikipedia 

Συγγραφέας

Ουμπέρτο Έκο

Ο Ουμπέρτο Έκο (Umberto Eco) (5 Ιανουαρίου 1932) είναι Ιταλός σημειωτιστής, δοκιμιογράφος, φιλόσοφος, κριτικός λογοτεχνίας και μυθιστοριογράφος.
Ο Έκο γεννήθηκε στην Αλεσσάντρια του Πιεμόντε το 1932. Από το 1975 έχει την έδρα του Καθηγητή Σημειωτικής στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, ενώ από το 1988 είναι πρόεδρος του Διεθνούς Κέντρου Μελετών Σημειωτικής στο Πανεπιστήμιο του Σαν Μαρίνο. Είναι συγγραφέας πολλών μελετών και δοκιμίων, που έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε πολλές γλώσσες ανά τον κόσμο. Το πρώτο του βιβλίο εκδόθηκε το 1965, ενώ το πρώτο του μυθιστόρημα (Το όνομα του Ρόδου) το 1980, και τιμήθηκε με το βραβείο Strega (1981), και το Medicis Etranger (βραβείο που δίνεται στον καλύτερο ξένο λογοτέχνη στην Γαλλία) το 1982.
Φημολογείται ότι το επώνυμο Εκο είναι το αρκτικόλεξο των λέξεων Ex Coelis Oblatus, που σημαίνει «θεϊκό δώρο».
Με την έναρξη του
Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Εκο και η μητέρα του μετακόμισαν σε ένα χωριό στα βουνά του ιταλικού βορρά. Εκεί ο μικρός Ουμπέρτο παρακολουθούσε τις μάχες ανάμεσα στους φασίστες και στους παρτιζάνους με ανάμεικτα συναισθήματα - συνεπαρμένος μεν από τη δράση, αισθανόταν εν μέρει ευγνώμων που ήταν τόσο μικρός για να αναμειχθεί. Ο ίδιος θυμάται εκείνη την εποχή «σαν ένα μικρό γουέστερν. Αυτοί οι λόφοι είναι στη μνήμη μου το θέατρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων, στις οποίες ήμουν αυτόπτης μάρτυρας, στην ηλικία των 12 ετών».
Μετά τις πιέσεις του πατέρα του, πήγε να σπουδάσει Νομική στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο, αλλά εγκατέλειψε αυτόν τον τομέα και ακολούθησε σπουδές Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας και Λογοτεχνίας. Έκανε το διδακτορικό του στην Φιλοσοφία το 1954, ολοκληρώνοντας τη διατριβή του για τον Θωμά Ακινάτη. Αυτό το θέμα αποτέλεσε και το αντικείμενο του πρώτου του βιβλίου «Ζητήματα αισθητικής στον Θωμά Ακινάτη».
Άρχισε την ενασχόλησή του με τη δημοσιογραφία και, παράλληλα, δέχθηκε την θέση του διευθυντή Πολιτιστικού Προγράμματος στην Κρατική Ιταλική Τηλεόραση (RAI). Αυτό του έδωσε την ευκαιρία να δει την κοινωνία μέσα από τα μάτια των ΜΜΕ, που τότε μονοπωλούνταν και ελέγχονταν από την κυβέρνηση.
Το
1959 ο Ουμπέρτο Έκο έχασε τη δουλειά του στη RAI, γεγονός που δεν τον ενόχλησε ιδιαίτερα, γιατί έτσι άρχισε να ασχολείται περισσότερο με το γράψιμο και τις διαλέξεις. Με το δεύτερο βιβλίο του («Τέχνη και κάλλος στην αισθητική του Μεσαίωνα») απέδειξε στον πατέρα του ότι βρήκε τον δρόμο του στη ζωή (και τη δουλειά που τού ταιριάζει) μέσα από τη λογοτεχνία.
Τον ίδιο χρόνο έγινε γενικός επιμελητής του μη λογοτεχνικού τομέα του εκδοτικού οίκου Bompiani στο Μιλάνο και άρχισε να γράφει τη στήλη «Diario Minimo» (ελάχιστο ημερολόγιο) στην εφημερίδα «Il Verri». Μέσα από τη στήλη αυτή οι απόψεις του για την γλωσσολογία και την κοινωνική πραγματικότητα μπήκαν στα σπίτια των Ιταλών. Μέσα από τη στήλη αυτή άρχισε να εστιάζει το ενδιαφέρον του και να εκλεπτύνει τις απόψεις του στη Σημειολογία.
Με τα ακαδημαϊκά γραπτά του ο Έκο εστιάζει στη σημειολογία και στις επιπτώσεις της στην κοινωνία. Μελέτησε σε βάθος τις κοινωνίες από τον Μεσαίωνα ως σήμερα και τα κοινά στοιχεία ανάμεσα στις γλώσσες, στα σύμβολα και στην κοινωνική ανάπτυξη. Από τότε ως σήμερα έχει γράψει δεκάδες δοκίμια («Πώς γίνεται μια διπλωματική εργασία», «Μεταξύ ψεύδους και ειρωνείας», «Κήνσορες και θεράποντες» (πρωτότυπος τίτλος στα ιταλικά "apocalittici e integrati), «Ο υπεράνθρωπος των μαζών», «Θεωρία της σημειωτικής», «Η Αποκάλυψη του Ιωάννη», «Πέντε ηθικά κείμενα», «Δεύτερο ελάχιστο ημερολόγιο», «Η ποιητική του Τζέιμς Τζόις», «Τι πιστεύει αυτός που δεν πιστεύει» κ.ά.), ενώ παράλληλα συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες.
Από το 1962 ως το τέλος του 1970 ο Έκο ανέπτυξε τη δική του θεωρία στην Σημειολογία. Το 1965 εξελέγη καθηγητής Οπτικών Επικοινωνιών στη Φλωρεντία και το 1966 μετακόμισε στο Μιλάνο, όπου και έγινε καθηγητής της Σημειολογίας στο εκεί πολυτεχνείο. Το ακαδημαϊκό του ενδιαφέρον άρχισε να στρέφεται σε πολιτιστικές μελέτες και αρχίζει να ερευνά τον ρόλο της γλώσσας και της λογοτεχνίας στην κοινωνία, καθώς και την επίδραση της κοινωνίας στη λογοτεχνία και στη γλώσσα. Το 1971 το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια του προσέφερε τη θέση του τακτικού καθηγητή της Σημειολογίας και το 1974 ο Έκο οργάνωσε τον Διεθνή Σύνδεσμο Σημειολογικών Μελετών.
Οι μεγάλες αλλαγές που έφερε η δεκαετία του 1970 στην ιταλική κοινωνία επηρέασαν και τα γραπτά του Ουμπέρτο Έκο. Άρχισε, λοιπόν, να γράφει μυθιστορήματα (Το όνομα του Ρόδου - 1980, Το Εκκρεμές του Φουκώ - 1988, Το νησί της προηγούμενης μέρας - 1994, Μπαουντολίνο - 2001, Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας Λοάνα - 2006, Το κοιμητήριο της Πράγας - 2010). Όταν έγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα «Το όνομα του Ρόδου», οι εκδότες του υπολόγιζαν τις πωλήσεις γύρω στα 30.000 αντίτυπα. Και, φυσικά, δεν φαντάζονταν ποτέ τα 9.000.000 αντίτυπα που πώλησε τελικά το βιβλίο, σε διεθνές επίπεδο, το οποίο έκανε τον συγγραφέα γνωστό στον εξωακαδημαϊκό κόσμο.


Ο Έκο γνωρίζει άπταιστα πέντε γλώσσες, μεταξύ των οποίων αρχαία ελληνικά και λατινικά, που χρησιμοποιεί πολύ συχνά στα βιβλία του, επιστημονικά και λογοτεχνικά. Από την αρχή της καριέρας του ως σήμερα έχει κερδίσει πολλές τιμητικές διακρίσεις και έχει κάνει δεκάδες εκδοτικές επιτυχίες. Παρ' όλα αυτά περνάει τον καιρό του με τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά τους ανάμεσα στο σπίτι του στο Μιλάνο (ένα διαμέρισμα-λαβύρινθο με μια βιβλιοθήκη 30.000 βιβλίων) και στο εξοχικό του στο Ρίμινι (ένα τεράστιο κτήμα του 17ου αιώνα, στο οποίο παλιά στεγαζόταν ένα σχολείο Ιησουιτών).


Πηγή: Wikipedia



Trailer


Ταινία

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ

«Το όνομα του ρόδου» είναι ένα μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο, που ύστερα από πολλή επεξεργασία εκδόθηκε στην Ιταλία το 1980. Είναι ένα από τα πρώτα του είδους του, καθώς εμπλέκει το αστυνομικό με την θρησκεία, δίνοντας μια χροιά φιλοσοφικής αναζήτησης. Επίσης, δυσκολεύεται κανείς να το εντάξει σ’ ένα συγκεκριμένο είδος, γοτθική νουβέλα ή μεσαιωνικό χρονικό, αστυνομικό μυθιστόρημα ή ιδεολογικό αφήγημα. Η ταινία γυρίστηκε το 1986 από τον Γάλλο σκηνοθέτη Ζαν-Ζακ Ανό με πρωταγωνιστές τον Σον Κόνερι και τον πολλά υποσχόμενο τότε Κρίστιαν Σλέιτερ.                                                                                                       Την εποχή που βγήκε το βιβλίο και κατόπιν η ταινία, δημιουργήθηκε ιδιαίτερη αίσθηση ανά τον κόσμο, εφόσον δεν υπήρχε προηγούμενο. Ένας πρεσβύτερος μοναχός με το νεαρό εκπαιδευόμενό του φτάνουν σ’ ένα μοναστήρι, κατόπιν παράκλησης των ίδιων των μοναχών, για να διαλευκάνουν έναν φόνο. Κατά την παραμονή τους εκεί θα γίνουν και άλλοι φόνοι. Παράλληλα, χάνονται βιβλία αξεπέραστης ποιότητας και αξίας από την βιβλιοθήκη. Σταδιακά η αναζήτηση γίνεται πιο έντονη, η ατμόσφαιρα πιο μυστηριακή και οι ήρωες δοκιμάζονται διαρκώς, καθώς η ιδεολογική περιπέτεια, ο θρησκευτικός πόλεμος και η φιλοσοφική διείσδυση συνοδεύουν διακριτικά, αλλά ουσιαστικά τη ροή του κειμένου.
Πρόκειται λοιπόν για ένα βιβλίο με μεσαιωνική – μυστηριακή ατμόσφαιρα, στοιχειοθετημένο άριστα από τον συγγραφέα του (χαρακτηριστικό είναι δε πως υπάρχει και κάτοψη του μοναστηριού, όπου εκτυλίσσεται η ιστορία), διεγείροντας την επιθυμία του κοινού να αναζητήσει την ταυτότητα των χαμένων - απαγορευμένων βιβλίων και του δολοφόνου.

Από την άλλη πλευρά η ταινία μεταφέρει εξαιρετικά την ατμόσφαιρα του κειμένου, μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο, που ενδεχομένως μόνο Ευρωπαίος σκηνοθέτης θα μπορούσε ν’ αποδώσει. Στηριζόμενος στο επίπεδο του Κόνερι ο σκηνοθέτης αρχίζει να ξετυλίγει το νήμα της ιστορίας γύρω απ’ αυτόν, πρώτα οι ήρωες, μετά η υπόθεση και ύστερα τα σκηνικά. Χωρίς να φοβηθεί ο Ανό την εμπορική απογείωση του βιβλίου, παρουσιάζει μια ταινία σαν να μην υπήρχε προηγούμενη εκδοτική επιτυχία, διατηρώντας στο σενάριο ολόκληρο σχεδόν το αφηγηματικό μέρος του κειμένου και σ’ ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό τους διαλόγους. Ακόμα, γεγονός είναι πως οι δυνατές περιγραφές του βιβλίου, αποδίδονται με σκηνές έντονης πυγμής και ρεαλισμού. Τίποτα δεν ξεφεύγει τα όρια του απολύτως ανθρώπινου κι έτσι ο θεατής αφομοιώνεται πλήρως από την εξέλιξη της ιστορίας.
Η ταινία, όταν βγήκε στις αίθουσες δεν προκάλεσε τον πανικό, που ίσως θα δημιουργούνταν στη σημερινή εποχή. Κάποιος, αν την δει σήμερα με όλο το ιστορικό που υπάρχει στο συγκεκριμένο αντικείμενο, δεν θα εντυπωσιαστεί από την υπόθεση, ωστόσο αποτελεί ένα άρτιο από κάθε άποψη φιλμ, άξιο να βρίσκεται στην ταινιοθήκη του καθενός.
      Το βιβλίο και η ταινία «Το όνομα του ρόδου» αποτελούν μια ευχάριστη σύγκριση, καθώς και τα δύο αγγίζουν την πληρότητα, χωρίς να διακρίνεται το ένα από τα δύο, παρά μόνο κατά ελάχιστα σημεία. Αδιαμφισβήτητο είναι δε πως και οι δύο εκδοχές θα μπορούσαν πολύ εύκολα να ενταχθούν στη σύγχρονη καλλιτεχνική πραγματικότητα.



Πηγή: Wikipedia 

Μεταμοντερνισμός

Το βιβλίο του Ουμπέρτο Έκο είναι ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα. Σε ένα απόσπασμα του μυθιστορήματος οπού λέει ότι "βιβλία πάντα μιλάνε για αλλά βιβλία και κάθε ιστορία λέει μια ιστορία πού ήδη έχει ειπωθεί. Αναφέρεται σε μια μεταμοντέρνα ιδέα οτι όλα τα κείμενα που συνεχώς αναφέρονται σε αλλα κείμενα είναι εξωπραγματικα.Χαρακτηριστικό του μεταμοντέρνου στύλ είναι και η αβεβαιότητα στο τέλος του μυθιστορήματος. Όπου ο πρωταγωνιστής που παίζει τον ρόλο του ντετέκτιβ έχει ηττηθεί αφού το μυστήριο εν μέρει λυνεται κατά λάθος. Ο οποίος σκέφτηκε ότι υπήρχε ένα σχέδιο, αλλα στην πραγματικότητα πολλά "μοτίβα "συμμετείχαν και σε συνδυασμό με τυχαία λάθη απο τον δολοφόνο ο πρωταγωνιστής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπάρχει <<δεν ήταν μοτίβο >>.
Χαρακτηριστικά μιας μεταμοντέρνας κινηματογραφικής ταινίας
Το μεταμοντέρνο καλλιτεχνικό κίνημα, που άντλησε την ιδεολογία του από τη  μεταμοντέρνα αντίληψη των πραγμάτων, κατέληξε προς το τέλος της δεκαετίας του '80, στον ορισμό συγκεκριμένων στοιχείων, που χαρακτηρίζουν ένα μεταμοντέρνο έργο τέχνης.
Γενικά τα μεταμοντέρνα έργα:  
α) Ασχολούνται με την ανάδειξη της ιδιαίτερης ταυτότητας των δημιουργών, κυρίως της σεξουαλικής, προβάλλοντας την κατάλληλη θεματολογία και ενσωματώνοντας σε αυτήν το αυτοβιογραφικό στοιχείο.
β) Εκφράζουν την αναρώτηση περί τέχνης και ρόλου του καλλιτέχνη, χρησιμοποιώντας την αυτοαναφορικότητα, δηλαδή την αποκάλυψη των μηχανισμών παραγωγής ενός έργου.γ) Ασκούν κριτική στην εξουσία, με προκλητικό και συχνά υπερβολικό τρόπο.
γ) Ασκούν κριτική στην εξουσία, με προκλητικό και συχνά υπερβολικό τρόπο.
δ) Εκθέτουν το ζήτημα της εμπορευματοποίησης της τέχνης, καθώς και της φυσιογνωμίας ήτης προσωπικότητας του ίδιου του ατόμου
ε) Ενσωματώνουν τη διακειμενικότητα, την αλληλεπίδραση δηλαδή διαφορετικών τύπων κειμένων και κατ' επέκταση χρησιμοποιούν παλαιότερες μορφές τέχνης, καθώς και άλλα καλλιτεχνικά έργα.
στ) Αναμειγνύουν διαφορετικά μέσα και χρησιμοποιούν την τεχνική του bricolage, δηλαδή τη σύνθεση διαφορετικών πρώτων υλικών
(ζ) Χρησιμοποιούν αταίριαστα σημαίνοντα για τη δημιουργία ενεργών θεατών
(η) Αποδομούν τη κλασική αφήγηση και την αναδομούν εναλλακτικά.          
(θ) Προβάλλουν τη μεταμοντέρνα αντίληψη για την ιστορία, που αναφέρεται στο παρελθόνως σωρεία μη γραμμικών συμβάντων.            
(ι) Τέλος, γοητεύονται από την ειρωνεία και επεκτείνουν την έννοια της παρωδίας, ώστε νατονίσουν το διφορούμενο των νοημάτων.


Ιστορικό μυθιστόρημα
Το ιστορικό μυθιστόρημα είναι ένα έργο φαντασίας, στο οποίο γίνεται απόπειρα να μεταφερθούν με ρεαλιστικές λεπτομέρειες και πιστότητα το πνεύμα, οι συμπεριφορές και οι κοινωνικές συνθήκες μιας παρελθούσης ιστορικής περιόδου στο γίγνεσθαι της ιστορικής περιόδου, που επέλεξε ο δημιουργός του. Το έργο μπορεί να αναφέρεται σε ιστορικά πρόσωπα ή και να αποτελεί μια μίξη φανταστικών και ιστορικών χαρακτήρων. Μπορεί να εστιάζεται σε ένα και μόνο ιστορικό γεγονός, αλλά συνήθως επικεντρώνεται σε ένα ευρύτερο κύκλο ή κοινωνία παρελθόντων ετών, που επηρέαζε τη ζωή και τη συμπεριφορά των απλών ατόμων.
Κατά τα διεθνή παραδεδεγμένα, η εποχή στην οποία αναφέρεται ένα ιστορικό μυθιστόρημα πρέπει να απέχει τουλάχιστον πενήντα χρόνια από τότε που το συνέγραψε ο δημιουργός του.
Το ιστορικό μυθιστόρημα, σύμφωνα με τις θεωρητικές γραμμές που χάραξαν ξένοι μελετητές, μεταξύ των οποίων και ο διάσημος Ούγγρος θεωρητικός Γκέοργκ Λούκατς, είναι το λογοτεχνικό εκείνο είδος, στο οποίο γίνεται απόπειρα να δημιουργηθεί μια δραματική δομή μυθοπλασίας μέσα σε μια αυστηρά οριοθετούμενη ιστορική εποχή, την οποία σκιαγραφεί ο δημιουργός του μετά από διεξοδική μελέτη των γεγονότων, των τόπων και των χαρακτήρων, ως επίσης και των ενδυμασιών, των ηθών και συνηθειών αλλά και του τρόπου ομιλίας που χρησιμοποιούσαν τα άτομα της εποχής που ο ίδιος επέλεξε για το έργο του.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2015


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ


Η λογοτεχνία του φανταστικού είναι είδος με δική του μορφή και δικά του σύμβολα. Ο όρος «φανταστικό» που τη διαχωρίζει από τα άλλα είδη, αναφέρεται συνήθως σε φαινόμενα που δεν έχουν συμβεί, δεν συμβαίνουν, ούτε και θα μπορούσαν να συμβούν στην πραγματικότητα. Το φιλοσοφικό υπόβαθρο του φανταστικού, που χαρακτηρίζεται πάντα από τη σύγκρουση ορθολογικού-ανορθολογικού, δηλαδή από την εισβολή του "αφύσικου" στο "φυσιολογικό", σχετίζεται ίσως με την ανάγκη μεταστοιχείωσης και επαναδημιουργίας του κόσμου, με τις ελευθερίες και τις δυνατότητες που παρέχει η φαντασία.
Οι ρίζες του «φανταστικού» ανάγονται στην προϊστορία του ανθρώπου και συνδέονται με το στοιχείο του "τερατώδους" που χαρακτήριζε το περιβάλλον του (γιγάντια ζώα, οικολογικές ανακατατάξεις, ουράνια φαινόμενα).
Βιώνοντας αυτό το ακατανόητο περιβάλλον, μέσα στο οποίο η νύχτα και η ημέρα επιβεβαιώνουν κάθε στιγμή το ανεξήγητο του κόσμου (με τη γέννηση και το θάνατο, κυρίως), ο άνθρωπος υποχρεώνεται να «φανταστεί» την ύπαρξη μιας άλλης πραγματικότητας, που λειτουργεί πέρα από τον περιορισμένο και στενό ορίζοντα της καθημερινότητάς του. Η άλλη αυτή πραγματικότητα υπονομεύει την υπάρχουσα, αναιρεί τη γνώση του ανθρώπου για αυτήν, αποδεικνύει το «πεπερασμένο» του. "Στον ουρανό και τη γη υπάρχουν ασύλληπτες δυνάμεις", λέει ο Σαίξπηρ στον Άμλετ. Αυτές οι "ασύλληπτες δυνάμεις" είναι που δίνουν υπόσταση στο φανταστικό και το προσδιορίζουν ως είδος. Τα "μη ρεαλιστικά" του σύμβολα δημιουργούν εξωλογικά φαινόμενα-συμβάντα, που οικοδομούν τη μυθολογία του. Το φάντασμα του Δαρείου, που επιστρέφει από τη Χώρα των Νεκρών στους Πέρσες, και ο πατέρας του Άμλετ προσυπογράφουν με την παρουσία τους την ύπαρξη του «άλλου σύμπαντος».
Κυριότερος εκπρόσωπος του Φανταστικού είναι ο Τζον Ρόναλντ Ρούελ Τόλκιν (1892 - 1973), συγγραφέας του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών και εφευρέτης του φανταστικού κόσμου, της Μέσης Γης. Οι κόσμοι που επινοούν οι συγγραφείς του είδους παραπέμπουν στη Μεσαιωνική Ευρώπη, συγκροτούνται όμως από διαφορετικά κράτη και λαούς, ακόμα και από διαφορετικά, εξωανθρώπινα όντα (χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο λαός των μικρόσωμων Χόμπιτ του Τόλκιν). Ειδικά στο έργο του Τόλκιν, γεννημένου και μεγαλωμένου στην αποικιακή Νότια Αφρική, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε τη συγκαταβατική διάθεση με την οποία αντιμετωπίζει ο συγγραφέας τις «κατώτερες» φυλές, τους φυσικούς υπηρέτες των ανθρώπων, με τα αγγλοσαξονικά πάντα χαρακτηριστικά.
Γενικά, ο τρόμος και η φαντασία μιλούν αγγλικά. Παρά την καταγωγή του είδους από το ρομαντισμό, που αναπτύχθηκε σε παγκόσμια κλίμακα, η λογοτεχνία του φανταστικού άνθισε και ανθίζει κυρίως στις αγγλόφωνες χώρες, που παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στο σύστημα του ιμπεριαλισμού, δηλαδή στη Μεγάλη Βρετανία και στις ΗΠΑ. Μια πρώτη ερμηνεία του φαινομένου είναι ότι οι κλιματολογικές συνθήκες, ειδικά της πρώτης, διαμόρφωσαν μια ατμόσφαιρα ζόφου που μεταφέρθηκε σε ολόκληρη σχεδόν την αγγλόφωνη κουλτούρα. Χωρίς να παραγνωρίζουμε αυτή την πλευρά, θεωρούμε ότι η ορθότερη ερμηνεία βρίσκεται στην ίδια τη φύση του καπιταλισμού, ιδιαίτερα αναπτυγμένου στις χώρες αυτές. Οι συντηρητικοί ιδεολογικά συγγραφείς που υπηρέτησαν το είδος, αποτυπώνουν τη βαθιά περιφρόνηση του ώριμου καπιταλισμού απέναντι σε οτιδήποτε λαϊκό ή μη αγγλοσαξονικό και το αποκρυσταλλώνουν στη μορφή του απόλυτου, του μεταφυσικού κακού. Αντίθετα, οι προοδευτικοί μεταφέρουν τη σκοτεινή ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι συγκεκριμένες κοινωνικές δομές στο έργο τους, για να πλάσουν έναν εξωκοσμικό χώρο φρίκης και να καταγγείλουν μέσα από αυτό το φανταστικό σχήμα, την επίγεια βαρβαρότητα.
Το «φανταστικό» είναι ένα ιδιαίτερο, «νόμιμο» φιλολογικό είδος που έχει δώσει αριστουργήματα και που βοηθά τον υποψιασμένο αναγνώστη να διαβάσει την πραγματικότητα με έναν άλλο τρόπο, διαθλασμένο, αλλά, σε πολλές περιπτώσεις, καθόλου παραμορφωτικό και εμφανίζεται δυναμικά σε περιόδους οπότε παρατηρούνται αναταραχές και ρήγματα (πόλεμοι, ασθένειες, μεγάλα επιτεύγματα). Τότε ξυπνούν τα αρχέγονα «τέρατα και κτήνη». Η επανεμφάνισή τους τροφοδοτεί τη φανταστική λογοτεχνία, η οποία τελικά δεν είναι τίποτε περισσότερο ή λιγότερο παρά αντανάκλαση, είδωλο της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας ιδωμένης μέσα από παραμορφωτικό κάτοπτρο.